Ο ΘΥΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΛΟΣΣΑΙΟ

Ο ΘΥΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΛΟΣΣΑΙΟ

Οργή, αγανάκτηση, συγκλονίζει, ανατριχιάζει, κρεσέντο, σκοταδισμός, είναι μερικἐς λέξεις που προεξάρχουν στο επικοινωνιακό στερέωμα σήμερα. Το κρεσέντο όμως δεν χαρακτηρίζει τόσο τα θέματα και γεγονότα που προβάλλονται, ὀσο τα ίδια τα εχθρικά συναισθήματα αποστροφής εκ μέρους των συντακτών, και τον θυμό που επιμελώς επιχειρείται να διεγερθεί στους αποδέκτες.

Δεν είναι βέβαια αγανάκτηση και θυμός για ό,τι κακό συμβαίνει στον κόσμο. Εϊναι μόνο για εκείνα που αποκτούν έναν ηχηρό τίτλο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Έναν τίτλο που μπορεί να μην ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του κειμένου, αλλά όσο πιο ηχηρός είναι, τόσο περισσότερο ξεκλειδώνει ή διεγείρει τις θυμικές ορμητικές δυνάμεις.

Ο θυμός λοιπόν διοχετεύεται εκεί που κάποιοι τον κατευθύνουν. Ως κύρια αιτία εμφανίζεται η κοινωνική αδικία ή η παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων. Η σημερινή, όμως, γενικευμένη οργή δεν επιτρέπει βάθος σκέψης, δεν αναζητά τις πραγματικές αιτίες. Απλώς βρίσκει διέξοδο όπως ο ορμητικός χείμαρος. Για παράδειγμα, θεριεύει όταν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί κλωτσά ένα ζώο, αλλά δεν αναρωτιέται τι φταίει ώστε το παιδί αυτό να εκδηλώνει τόση βία. Μαίνεται όταν η Ιερά Σύνοδος συνιστά την αποφυγή των αμβλώσεων, αλλά δεν εξεγείρεται όταν προβεβλημένος νεαρός του μουσικού «τίποτα» δηλητηριάζει με χυδαία στιχάκια μισανθρωπισμού τα μυαλά εκατομμυρίων παιδιών στο διαδίκτυο. Παθιασμένος ο θυμός παρακολουθεί τα επεισόδια ενός οικογενειακού δράματος, αλλά ακινητοποιείται όταν διασχίζει το μέγα δράμα και την καθολική ντροπή της εν Αθήναις οδού Σατωβριάνδου. Λες και ένας δείκτης αόρατος υποδεικνύει την κατεύθυνση προς την οποία θα διοχετευθεί ο θυμός.

Όμως, έχουμε αλήθεια αναρωτηθεί γιατί θυμώνουμε και μάλιστα τόσο έντονα κάθε φορά;

Το θέμα δεν είναι τα ίδια τα γεγονότα. Το μεγάλο θέμα είναι ο θυμός που περιφέρεται μέσα μας «ως λέων ζητών τίνα καταπίη». Γι’ αυτό ακριβώς και εμφανίζει μορφές ακραίες, ακόμη κι αν τα γεγονότα (σε κάποιες περιπτώσεις, όχι πάντα) δεν δικαιολογούν ακραία αντίδραση. Έτσι, στην πιο ελαφρά του έκδοση, συναντά κανείς νέους ανθρώπους που ξεσπούν σε νευρικό κλάμα ή χρησιμοποιούν γλώσσα μίσους, όποτε τύχει να αντιμετωπίσουν διαφορετικές απόψεις. Υπάρχουν και οι βαρειές περιπτώσεις της θυματοποίησης του θύτη, όπως η ψυχοπαθολογική ανάρτηση Ορθὀδοξου Ρώσου αξιωματούχου για τον δυτικό κόσμο: «τους μισώ, θέλουν τον θάνατό μας, και όσο ζω θα κάνω τα πάντα για να εξαφανιστούν».  Ή από την άλλη το «ανθρωπιστικό» αξίωμα του δυτικού κόσμου ότι «είμαστε ανεκτικοί, και το μόνο που δεν μπορούμε να ανεχθούμε είναι η μη ανεκτικότητα».  Τούτο διεκδικεί εύσημα εξυπνάδας, αλλά στην ουσία αναιρεί βλακωδώς και κατάφωρα αυτό που υπερασπίζεται.

Αλλά το πιο θλιβερό χαρακτηριστικό των θυμικών διαθέσεών μας είναι η απαίτηση της τιμωρίας. Της άμεσης τιμωρίας του παραβάτη. Η απαίτηση αυτή έχει γίνει μέρος και της αυτοσυνειδησίας πολλών Ορθοδόξων πιστών, αν και προέρχεται από Ιουδαϊκές αντιλήψεις. Και πάλι η συμπεριφορά αυτή είναι επιλεκτική. Έτσι, μπορεί να ζητείται η ποινή για τον ένα πατριάρχη διότι αναγνώρισε σχισματικούς, όχι όμως για τον άλλον που ευλογεί τη σφαγή αμάχων ως ιερό πόλεμο κατά του κακού. Άξιο προσοχής είναι ότι και εδώ παίρνουμε το μέρος του «αγανακτισμένου» εξολοθρευτή, σαν να σαγηνευόμαστε από την οργή του, ενώ δεν μας ικανοποιεί η φιλάνθρωπη ενέργεια του πρώτου!

Ας αναζητήσουμε, όμως, την αρωγή της φιλοσοφίας και της επιστήμης για την έννοια του θυμού.

Ο θυμός άποτελεί φυσική ορμή και μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις της ψυχής, είναι το νεύρο που μας κινητοποιεί σε αγώνες, αλλά και το σινιάλο ή ερέθισμα που διεγείρει τους μηχανισμούς άμυνας μπροστά σε μια απειλή. Είναι σαν τον ανιχνευτή καπνού. Ὀταν όμως ο άνθρωπος βλέπει παντού καπνό και ερμηνεύει τα πάντα ως απειλές, τότε και από αυτό το σημείο ξεκινά το πρόβλημα.

Γιατί τα πάντα ερμηνεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο;

Η εγωκεντρική προοπτική και η βαθειά ανασφάλειά μας μάς κάνουν να βλέπουμε τα πάντα ως απειλή κατά της ίδιας της υπόστασής μας, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε παράλογες αντιδράσεις. Οτιδήποτε δὲν συμβαδίζει με τη δική μας σκέψη και αντίληψη εκλαμβάνεται ως προσβολή, ταπείνωση και έλλειψη σεβασμού εκ μέρους των άλλων. Βρισκόμαστε σε ένα συνεχή συναγερμό. Μέσα στη διάσπαση και τον πανικό δεν μπορούμε να διακρίνουμε το πραγματικό πρόβλημα. Όταν τα κύματα του θυμού μάς καλύψουν ολόκληρους, τότε συμπαρασύρουν τη λογική σκέψη. Το μόνο που μένει μέσα σε αυτόν τον ψυχικό κυκεώνα είναι να επιτεθούμε στους άλλους. Να τιμωρήσουμε με κάποιον τρόπο και να εξουδετερώσουμε τον εχθρό, προκειμένου να απαλύνουμε τον πόνο της προσβολής και του άγχους που μας προκάλεσε.

Και έτσι ο θυμός εξελίσσεται σε ανθρωποφαγία, επί του παρόντος συμβολική. Δεν οδηγεί σε καμία επανάσταση, σε καμία αλλαγή, διότι παράγεται από αλογία και αδυναμία.  Η σύγχρονη κοινωνία φαντάζει πλέον σαν ένα Κολοσσαίο, όπου μπορεί κάποιος είτε να συμμετέχει σε φονικό αγώνισμα είτε να χαίρεται με το αντίστοιχο θέαμα, αναπληρώνοντας τα δικά του ανεκπλήρωτα πάθη, θυμωμένος με τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτός είναι  πραγματικά ο «μεσαίωνας» στην κακή του όψη (την καλή του όψη ούτε καν πλησιάζει η εποχή μας).

Δεν πρέπει όμως να κλείσουμε με διαπιστώσεις αλλά με προτάσεις, τουλάχιστον για όσους θέλουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους.

Πριν νιώσουμε τον θυμό να μας κυριεύει, ας δούμε σοβαρά κι ας επαναλαμβάνουμε τις ακόλουθες αλήθειες που μπορούν να τον τιθασεύσουν:

Ότι δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου, και ότι η ευθιξία μπορεί να είναι σημάδι εγωισμού και ανασφάλειας.

Ότι ο άλλος ούτε μας απειλεί ούτε μας προσβάλλει, εάν διαφωνεί με την άποψή μας.

Ότι κανείς δεν έχει υποχρέωση να συμφωνήσει με την άποψή μας, ακόμη και την άποψη για τον εαυτό μας.

Ότι η κριτική του άλλου δεν είναι απαραιτήτως εχθρική. Μπορεί εγώ απλώς να μη δέχομαι οποιαδήποτε κριτική.

Ότι ακόμη κι αν η κριτική που δέχομαι είναι εχθρική, δεν είναι απαραιτήτως έγκυρη ούτε αλλάζει το τί πραγματικά είμαστε.

Ότι το ζήτημα είναι να βρεθεί η αλήθεια, και όχι να επιβληθεί η άποψή μας.

Ότι εχθρός είναι περισσότερο ο άγνωστος εαυτός μας και όχι οι άλλοι.

Ότι αν δεν ακολουθήσουμε αληθινά αυτόν που είπε «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι, καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29), θα αφανιστούμε μέσα στην ανεπίγνωστη και ακατανίκητη μιζέρια μας, όσο κι αν νομίζουμε ότι είμαστε αγωνιστές και ελεύθεροι.

 Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος
Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Φανερωμένης Νάξου

 

Ο ΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΑΣ

Ο ΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΑΣ

“Κάνε πιο πέρα, άνθρωπέ μου.” Αυτή την παρατήρηση δέχθηκε πιστός, όταν έκανε το λάθος να πλησιάσει κάποιον άλλον πιστό σε μεγάλο ναό των Αθηνών, και ενώ φορούσε προστατευτική μάσκα.

Ασήμαντο φαίνεται, θα έλεγε κάποιος, άλλωστε κατά πάντα θεμιτό και σύμφωνο με τους υγειονομικούς κανονισμούς. Η στάση αυτή, όμως, υποδηλώνει κάτι πέρα από τη δέουσα συμμόρφωση στα εκάστοτε μέτρα προστασίας. Ότι και μέσα στην εκκλησία για πολλούς ανθρώπους ο φόβος δεν είναι απλώς ένα φυσικό ένστικτο αλλά το απόλυτα κυρίαρχο και γενικευμένο βίωμα. Ίσως υποδηλώνει και κάτι περισσότερο. Ότι η υπέρτατη και αδιαπραγμάτευτη αξία πολλών, εκκλησιαζομένων ωστόσο, είναι η επιμήκυνση της βιολογικής ύπαρξης.

Για την υπέρτατη αξία, λοιπόν, δίνει κάποιος τα πάντα, όπως παλαιά το πλοίο που κινδύνευε ζητούσε από τους επιβάτες να πετάξουν όλες τις αποσκευές στη θάλασσα. Εδώ όμως δεν πρόκειται για υλικές αποσκευές. Σωστά έχει λεχθεί από σύγχρονο φιλόσοφο ότι “είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε στο όνομα της επιβίωσης όλα όσα κάνουν τη ζωή άξια να βιωθεί”. Κάθε ανθρώπινη χαρά, κάθε αξία και αξιοπρέπεια, κάθε αρετή, ακόμη και στοιχειώδεις ελευθερίες περιστέλλονται δραστικά, και ίσως στο μέλλον αρθούν οριστικά μπροστά στο φόβητρο του θανάτου. Έτσι, πετιέται στη θάλασσα η πίστη και η αγάπη (για την ευγένεια δεν συζητάμε), ενώ η ελπίδα αφορά μόνο στην επιβίωση ή, ακριβέστερα, στη βιολογική παράταση βασικών λειτουργιών του σώματος.

Μοναδικό σημείο εστίασης είναι ο ιός, αυτός είναι ο μοναδικός διάολος, και κατ’ επέκταση ο όποιος φορέας του. Αντίστοιχα, μοναδικός σωτήρ και αρχηγός της ζωής το εμβόλιο. Το “μοναδικός” εδώ κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ο άλλος, ο δίδυμος αδελφός μου, δεν είναι απλά ενοχλητικός, είναι επικίνδυνος, δυνητική απειλή για τη ζωή μου, φορέας και αιτία του θανάτου μου, και έχω κάθε δικαίωμα να απαιτήσω τον περιορισμό του, ακόμη και την εξόντωσή του για το κοινό καλό (εννοώντας βέβαια το δικό μου καλό).

Και ο θυμός γίνεται αμοιβαίος. Η καλλιεργούμενη εχθρότητα οχυρώνει τις ομάδες και αποπροσωποποιεί τα μέλη τους. Έστι, για παράδειγμα, στη σύναξη της εκκλησίας, όπως και εκτός αυτής, δεν βλέπουμε πια πρόσωπα, ει μη μόνο ανεμβολίαστους ψεκασμένους και εμβολιασμένους προδότες, μασκοφόρους απίστους και αρνητές συνωμοσιολόγους.

Έτσι προκύπτει και μάλιστα ενθαρρύνεται ο διχασμός. Η διχοτόμηση σε “εμείς” και “αυτοί” είναι τελεσφόρος για τις εξουσίες που ζητούν να αποπροσανατολίσουν τον κοινό νου δημιουργώντας κοινωνικές ομάδες και στρέφοντας τη μία κατά της άλλης. Η διάκριση σε κακούς απειλούντας και σε καλούς απειλουμένους γίνεται πρώτιστο μέλημα και καλό εργαλείο.

Κι όμως, οφείλουμε κάτι στην ελαύνουσα επιδημία. Αποκάλυψε μεταξύ άλλων κάτι που μέχρι τώρα επιμελώς κρύβαμε: το έλλειμμα της πίστης και της αγάπης μας. Το ιικό φορτίο φανέρωσε την αβάσταχτη ελαφρότητα της ζωής μας, τη βασανιστική μας κοινωνικότητα, την απουσία υπαρξιακής σκέψης. Ανέδειξε τον φόβο διευθυντή και ενορχηστρωτή της ζωής μας και περιεχόμενο της καρδιάς μας. Συνέβαλε έτσι στο να γνωρίσουμε την πνευματική μας ασθένεια. Είδαμε ότι ο τρόμος μας μπροστά στον μικρό ή μεγάλο κίνδυνο καταπνίγει κάθε ευγενές αίσθημα. Είδαμε πως οτιδήποτε μας υπενθυμίζει την πραγματικότητα και αμεσότητα του θανάτου μάς κάνει έξαλλους. Ταυτόχρονα, ο ιός έφερε στο προσκήνιο το μεγάλο ερώτημα: τί είναι η αληθινή ζωή; Και, τέλος πάντων, τί προσδόκιμο ζωής έχει ένα σώμα που δεν ζει αληθινά ως άνθρωπος μαζί με ανθρώπους, ένα σώμα που στερείται ψυχικού και πνευματικού οξυγόνου.

Τα παραπάνω όμως ισχύουν για τους αληθινά σκεπτόμενους. Διότι ο τρόμος τείνει να συσκοτίζει κάθε απόπειρα σκέψης και μαζί της κάθε συνειδητοποίηση.

Ίσως θα έπρεπε να δοκιμάσουμε τη μέθοδο που μεταξύ άλλων χρησιμοποιεί η ψυχοθεραπεία στις περιπτώσεις αγχωτικών διαταραχών και φοβίας: την ανάλυση κέρδους/ζημίας από τις υιοθετημένες συμπεριφορές που τείνουν να γίνουν στάση και τρόπος ζωής. Να καταγράψουμε σε μια λίστα την ωφέλεια από την εμμονική προφύλαξη και δίπλα το κόστος που έχει για την ποιότητα της ζωής μας. Πόσο οι σκέψεις, συμπεριφορές και τακτικές μας συμβάλλουν σε μια ζωή εύφορη και δημιουργική και, αντίστοιχα, πόσο χαλκεύουν μια ζωή γυμνή και βουβή, χρωματισμένη από την κατάθλιψη, όπου ούτε η χαρά ούτε καν η λύπη έχουν θέση; Μήπως πρέπει να εκτιμήσουμε βαθύτερα την ποιότητα και πληρότητα της ύπαρξής  μας, ὅταν μπαίνουμε στην εκκλησία (ή αρνούμεθα να πάμε) υπό το μόνιμο καθεστώς του φόβου;  Ή, άντίθετα, ὅταν μπαίνουμε στην εκκλησία με την αλαζονεία εκείνου ποὺ ξεπερνά σε αρετή και τόλμη τους συμβιβασμένους;

Όλα έχουν τη θέση τους στη ζωή μας. Και οι μάσκες και τα εμβόλια και οι επιφυλάξεις και ο φόβος. Ο Θεός όμως εις ενότητα πάντας εκάλεσε. Κι αυτό είναι το κυριότερο, η ενότητα της πίστεως και της αγάπης, ακόμη κι αν διαφωνούμε μεταξύ μας σε τούτο ή σ’ εκείνο.

Αν τα τοποθετούμε όλα στη σωστή τους θέση και προοπτική και προτεραιότητα, τότε, και λάθος αρχικἀ να κάνουμε, η χάρις του Θεού θα μας αγκαλιάσει, θα μας φωτίσει και θα οικονομήσει τη σωτηρία μας. Αν όμως πέφτουμε θύματα του εγωισμού − είτε στη φοβική είτε στην αλαζονική μορφή του −, και των μονομανιών που παράγει, τότε η πλάνη θα είναι μεγαλύτερη και θα υπερκαλύψει το μικρό ή μεγάλο δίκιο μας.

Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος
Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Φανερωμένης Νάξου

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ

Κύριε δωσ’ μου σύνεση, Κύριε, δωσ’ μου γνώση,

Κύριε, να πράττω δίδαξε κι εγώ τις εντολές σου.

Κι αν ως θνητός αμάρτησα πιό από θνητό, το ξέρεις,

μα εσύ με την απέραντη ευσπλαχνία σου, θεέ μου,

μου ’δειξες οίκτο του φτωχού καί του ορφανού στον κόσμο

και, Δέσποτα, εσύ μου έκανες ό,τι γνωρίζεις μόνος·

από πατέρα κι αδελφούς και συγγενείς και φίλους

απ’ τη γενέθλιά μου γη, το πατρικό μου σπίτι,

σαν από ζοφερή Αίγυπτο κι απ’ τους μοιχούς του άδη 

– τον ταπεινό το δούλο σου τέτοια μ’ έχεις διδάξει

για όλα αυτά να σκέφτομαι και να μιλώ με γνώση -,

εύσπλαχνε, μ’ αποχώρισες και μ’ έσυρες κοντά σου

και με το χέρι το φρικτό μ’ οδήγησες κρατώντας

σ’ αυτόν που ευδόκησες στη γη πατέρας μου να γίνει 

και μ’ έριξες στα πόδια του και μες στην αγκαλιά του.

Κι εκείνος στον Πατέρα σου μ’ οδήγησε, Χριστέ μου,

και σ’ ’Εσένα με το Πνεύμα, ώ Τριάδα, ώ θεέ μου,

ενώ έκλαιγα όπως ο άσωτος προσπέφτοντας σου, Λόγε,

καθώς εσύ δεν αγνοείς, αφού μ’ έχεις διδάξει

κι ανάξιο εσύ δε μ’ έκρινες να με καλέσεις γιό σου.

Ω ανάξιο τέλεια στόμα μου κι ώ ρυπαρά μου χείλη,

ώ λόγια γλώσσας φτωχικής ανάξιας να σ’ υμνήσει,

ευχαριστίες να σου πει γιά ευεργεσίες πλήθος,

όσες σ’ εμέ τον ορφανό έκανες και τον ξένο,

ξένος όπου ’μαι εδώ στη γη, κι όσοι δικοί σου ξένοι,

κι όσα δικά σου δε θωρούν μάτια κι όσα δικών σου

η γλώσσα δεν μπορεί να πει κι ο κόσμος να χωρέσει.

Για τούτο, Δέσποτα, λοιπόν οι ανθρώποι μας μισούνε,

μας διώχνουν, μας κατηγορούν, λυσσούν, φθονούν, σκοτώνουν,

κάνουν τά πάντα ενάντια χτυπώντας μας με τούτα.

Κι εμείς, καθώς ευδόκησες, οι ταπεινοί σου δούλοι,

ισχυροί στην ασθένεια, στη φτώχεια μας πλουτούμε,

χαρά έχομε τις θλίψεις μας, όντας έξω απ’ τόν κόσμο.

Μαζί σου, Κύριε, είμαστε’ εμείς, ο κόσμος έχει το σώμα.

Λοιπόν πλανιέται ο τυφλός πηλό μόνο κρατώντας,

που κέρδος του μήτε κι αυτός, αφού, όπως υποσχέθης,

στην έσχατη τη σάλπιγγα πνεύμα κι αυτόν θά δώσει

και τότε τις κακίες του μόνος αυτός θα θρέψει

μ’ όσους τα ίδια σκέφτονται, τυφλοί φίλοι του κόσμου.

 

Άγιος Συμεών, ο Νέος Θεολόγος (11ος αι.)

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Εκείνοι που αρνούνται να ακολουθήσουν τον Ιησού: ο νέος του Ευαγγελίου που έφυγε “περίλυπος … ἧν γὰρ πλούσιος σφόδρα” (Λουκ. 18,23). Τί συνέβη μ’ αυτόν τον νέο; Θα μας ήταν ευχάριστο να μαθαίναμε ότι αργότερα ξαναγύρισε στον Ιησού, δίνοντας τα πάντα. Αυτή η ελπίδα δικαιολογείται λίγο από το γεγονός ότι έφυγε “περίλυπος”. Όχι ερεθισμένος ή πικραμένος αλλά “περίλυπος”. Επομένως πονούσε, και ο πόνος έχει μέσα του γόνιμους σπόρους. Τουλάχιστον να πονούσα, όταν αρνούμαι…

“Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον…” (Λουκ. 18,22). Ο Κύριος υπήρξε αδιάλλακτος στις απαιτήσεις που είχε από τον νέο. Η καρδιά του Ιησού: λιωμένη και φλογερή σαν το αναλυτό χρυσάφι. Αλλά η θέλησή του: σκληρή σαν το διαμάντι. Στον Ιησού συναντάται όλη η γλυκύτης και απαλότης των λόφων της Γαλιλαίας με όλη την αυστηρότητα και την κοφτή γραμμή των φλογισμένων βουνών της Ιουδαίας.

Ο βοσκός στην αναζήτηση των προβάτων του. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ο Ιησούς για το πλησίασμα των ψυχών φαίνονται ανάγλυφες στο επεισόδιο με τη Σαμαρείτιδα. Ο Ιησούς πηγαίνει από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. “Ἔδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαμαρείας” (Ιωαν. 4,4). Δεν ήταν ο μόνος δρόμος που είχε δυνατότητα να χρησιμοποιήσει. Θα μπορούσε να ακολουθήσει την άλλη όχθη το Ιορδάνου. Αλλά “ἔδει”, έπρεπε δηλαδή να περάσει ο Χριστός από τη Συχάρ, για να συναντήσει τη Σαμαρείτιδα. Αυτά είναι τα “πρέπει” της χάριτος του Θεού, οι “περιποιήσεις” που κάνει ο Χριστός. Μήπως και η ζωή μου δεν είναι συνυφασμένη με τέτοιες περιποιήσεις;

Ο Ιησούς θέλει να συναντήσει τη Σαμαρείτιδα πλησίον του χωρίου, “ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ τῷ Υἱῷ αὐτοῦ” (Ιωαν. 4,5). Οι Σαμαρείτες είχαν μια ιδιαίτερη προσκόλληση σ’αυτούς τους δύο πατριάρχες. Ο Ιησούς ζητεί να συναντήσει τις ψυχές στο δικό τους έδαφος. Εκεί όπου κάθε ψυχή νιώθει σαν το σπίτι της.

Ο Ιησούς “ἠγάπα τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον” (Ιωαν. 11,5). Το Ευαγγέλιο δεν μας λέει ότι ο Ιησούς αγαπούσε “μαζικά” τα μέλη της οικογένειας του Λαζάρου. Αγαπούσε τον καθέναν από τους τρεις με μια ξεχωριστή αγάπη, με μιαν απόχρωση προσωπική, που δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί στους άλλους. Δεν πρόκειται φυσικά για μια διαφορά βαθμών αγάπης, αλλά γι’ αυτή την απόχρωση.

Ο Ιησούς ζητεί από τη Σαμαρείτιδα νερό. Αυτός ήταν σε θέση να χορηγήσει τα πάντα στη γυναίκα αυτή. Κι όμως δέχεται να υποχρεωθεί στη Σαμαρείτιδα. Στο ξεκίνημα της συζήτησής τους ο Ιησούς παίρνει μια θέση που τον ταπεινώνει. Με τον τρόπο αυτό ευκολότερα θα κυριαρχήσει. Η εξυπηρέτηση που ζήτησε με τόση ταπείνωση του ανοίγει την πόρτα.

Στο σπίτι ενός λεπρού, στο χωριό Βηθανία – που σημαίνει οίκος φτωχών – ο Ιησούς δέχεται την προσφορά του μύρου σαν χρίσμα βασιλικό από τα χέρια μιας γυναίκας. Αντίθεση της δόξης και της ταπεινώσεως –δύο πόλων της ζωής του Ιησού. Στη λεπρή ψυχή μου μπροστά στα πόδια του Ιησού, θα σπάσω κι εγώ το δοχείο με το μύρο μου –το γνήσιο μύρο της μετανοίας μου και της υποταγής μου.  

Ξαναγυρίζω με τη φαντασία στο φρέαρ του Ιακώβ, στη Σαμάρεια. Άραγε ο Ιησούς παρουσιάζεται εκεί διαφορετικός από ότι παρουσιάστηκε στη Βηθανία; Όχι. Εμφανίζεται ο ίδιος. Η ίδια ήρεμη αγάπη, το ίδιο μεγαλείο το γεμάτο απλότητα.

Ο Ιησούς κουρασμένος από την οδοιπορία καθίζει στα χείλη του πηγαδιού. Περιμένει τη Σαμαρείτιδα. Με περιμένει. “Ζητώντας με, κάθισες κουρασμένος…”, λέει εκφραστικά ένα παλαιό μεσαιωνικό κείμενο. Λυτρωτή μου, κουράστηκες στην αναζήτησή μου και κάθισες. Δε σε εμπόδισε το μεγάλο μάκρος του δρόμου ούτε οι ανωμαλίες της οδού. Και τώρα κάθεσαι εκεί που ξέρεις ότι θα περάσω. Γιατί λαχταράς να συναντήσω την κούρασή σου και ταυτόχρονα τη στοργή σου. Την κούραση που εκφράζει την τρυφερή σου αυτή στοργή για μένα.

Μοναχός της Εκκλησίας της Ανατολής (Lev Gillet), Ιησούς. Aτενίζοντας τον Σωτήρα.

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Ο Όσιος Αλύπιος ο Κιονίτης γεννήθηκε στις αρχές 6ου αι. στην Αδριανούπολη της Παφλαγονίας. Ονομάστηκε Κ ι ο ν ί τ η ς, δηλαδή Στυλίτης,  γιατί έμεινε για διάστημα εξήντα επτά χρόνων πάνω σε ένα κίονα στην έρημο, με προσευχή και σκληρή άσκηση.

 Νεαρός ακόμη, ο μέγας Αλύπιος, έχοντας την καρδιά πυρωμένη από την αγάπη στον Θεό, προβληματιζόταν τί να κάνει στην παρούσα ζωή, για να κατορθώσει την ολοκληρωτική και παντοτινή συμβίωσή του με Αυτόν που ποθούσε, την ολοκάθαρη θεωρία Εκείνου με όλο του το νου και τη γνήσια ένωση μαζί Του. Αποφάσισε λοιπόν ν’ απαρνηθεί τα πάντα και να φύγει, φυσικά μακριά από φίλους , συγγενείς, γνωστούς, κι από την ίδια του την μητέρα, διαλέγοντας τον αγαθό δρόμο της ησυχαστικής ζωής. Την απόφαση αυτήν εμπιστεύθηκε μόνο στην μητέρα του.

—Μάνα, της είπε, με κυρίεψε πόθος φλογερός να πάω κατά την ανατολή, όπου πολλοί έζησαν θεάρεστα και μακάρια, διαλέγοντας τον ησυχαστικό βίο. Κατευόδωσέ με λοιπόν σ’ αυτό το δρόμο και δώσε μου τις ευχές σου σαν φυλαχτό.

Σαν άκουσε εκείνη αυτά τα λόγια, δεν έπαθε τίποτε απ’ όσα παθαίνουν οι γυναίκες, όταν ακούνε παρόμοιες αποφάσεις των παιδιών τους. Δεν προέβαλε σαν εμπόδιο τη χηρεία της ούτε την μοναξιά της. Δεν είπε πως είναι πράγμα ασήκωτο για τις μανάδες να χάνουν ένα γιό τόσο καλό, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο. Δεν προσπάθησε να ματαιώσει την πρόθεση του αγαπημένου της παιδιού. Ποθούσε, βλέπετε, πραγματικά το συμφέρον του γιού της πιο πολύ από το δικό της. Αντίθετα, σήκωσε τα μάτια, άπλωσε τα χέρια και συγκέντρωσε όλη της τη σκέψη σε προσευχή. Ύστερα είπε:

—Πήγαινε, παιδί μου. Πήγαινε εκεί πού σε οδηγεί η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Να, ο Θεός, που σ’ Αυτόν μέσα  ζούμε και σ’ Αυτόν σε παραδίδω , θα στείλει τον άγγελό Του  μπροστά σου, για να σε οδηγήσει όπου είναι το θέλημα Του.  Άμποτε να σου στείλει βοήθεια από το άγιο κατοικητήριο Του και από την ουράνια Σιών να σε προστατεύει. Να σου φορέσει σαν θώρακα την δικαιοσύνη και να σου βάλει την περικεφαλαία της σωτηρίας. Σαν ήλιος του μεσημεριού να λάμψη η αρετή στα έργα σου, που χάρη σ’ αυτά αγάπησες τον Δεσπότη Χριστό περισσότερο από γονείς και από πατρίδα.

 Έτσι, βάζοντας την αρετή πιο πάνω από τη μητρική φύση, δεν προσπάθησε να κάνει ή να πει τίποτε ανάξιο της.

Έπειτα, μετά την ευχή , ο γιός τυλίχθηκε στο λαιμό της μάνας κι η μάνα αγκάλιασε με λαχτάρα το γιό, και βρέχονταν και οι δυό τους με θερμά δάκρυα. Και αφού καταφιλήθηκαν, χωρίστηκαν. Η μάνα κίνησε για το σπίτι, και ο γιός πήρε το δρόμο που ποθούσε.   

 Ποθώντας την τελειότητα ανέβηκε στην κορυφή ενός στύλου. Στη βάση του στύλου του, με την προσέλευση πολλών μαθητών, δημιουργήθηκαν δύο μοναστήρια, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο, τα οποία ο όσιος καθοδηγούσε πνευματικά. Αλλά και η ίδια η μητέρα αργότερα εγκαταστάθηκε κάτω από τον κίονα, και έλαβε από τον γιό της το αγγελικό Σχήμα.

Ἀπό το Συναξάρι του Αγίου    

ΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΚΕΦΑΛΙ

ΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΚΕΦΑΛΙ

Ὅ,τι ἀγαπᾶ κάποιος ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, αὐτὸ καταβαραίνει τὸν νοῦ του καὶ τὸν δεσμεύει καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ σηκώσει κεφάλι.

Σὲ αὐτὸν τὸ σταθμὸ καὶ τὴ ροπὴ καὶ τὸ ζύγι τῆς κακίας δοκιμάζεται ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, Χριστιανοὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν βουνῶν, τῶν μονῶν, τῶν ἀγρῶν ἢ τῶν ἐρήμων, ὅτι δελεαζόμενος ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ δικό του προσωπικὸ θέλημα, ἀγαπᾶ κάποιο πράγμα ἤ πάθος, καὶ δένεται σὲ αὐτὸ ἡ ἀγάπη του, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν προσφέρεται ὅλη στὸν Θεό.

Ἄλλος ἀγάπησε κτήματα,
ἄλλος χρυσὸ ἢ ἄργυρο,
ἄλλος τὴν κοιλιά του ἤ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες,
ἄλλος τὴν κοσμικὴ σοφία γιὰ τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων,
ἄλλος ἐξουσία, δόξα καὶ τιμές,
ἄλλος ὀργὴ καὶ μῆνιν,
ἄλλος ἄκαιρες συντυχίες,
ἄλλος ζῆλο,
ἄλλος νὰ μετεωρίζεται ἡδονικὰ ὅλη μέρα,
ἄλλος νὰ ἀπατᾶται ἀπὸ ἀργόσχολους λογισμούς,
ἄλλος νὰ παριστάνει τὸ νομοδιδάσκαλο γιὰ ἀνθρώπινη δόξα,
ἄλλος νὰ εὐχαριστιέται στὴ χαύνωση καὶ στὴν ἀμέλεια,
ἄλλος νὰ εἶναι προσκολλημένος στὰ ὄμορφα ροῦχα,
ἄλλος παραδίδεται στὶς γήινες μέριμνες,
ἄλλος ἀγαπᾶ τὸν ὕπνο, τὴν εὐτραπελία ἤ τὴν αἰσχρολογία.

Ὅποιο πάθος του δὲν πολεμᾶ γενναῖα κάποιος, ἐκεῖνο ἀγαπᾶ, καὶ ἐκεῖνο τὸ πάθος τὸν δεσμεύει καὶ τὸν βαραίνει καὶ γίνεται γι αὐτὸν ἐμπόδιο καὶ ἁλυσίδα, ὥστε ὁ νοῦς του νὰ μὴν ἀνεβαίνει στὸν Θεό.

Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀληθινὰ ἔχει τὴν ὁρμή της πρὸς τὸν Θεό, ὁλόκληρη τὴν ἀγάπη της ἕλκει πρὸς Αὐτόν, καὶ δεσμεύεται ἐλεύθερα, κατὰ τὴν δύναμή της, ἀπὸ Ἐκεῖνον, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ δέχεται τὴν βοήθεια τῆς χάριτος, καὶ ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό της καὶ δὲν ἀκολουθεῖ τὰ θελήματα τοῦ νοῦ της, ἀλλὰ ὁλοκληρωτικὰ προσφέρεται στὸν λόγο τοῦ Κυρίου. Ἐὰν κάποιος ἀγαπᾶ τὸν Κύριο καὶ τὶς ἐντολές του, ἀπὸ ἐκεῖ βοηθᾶται καὶ ἀπελευθερώνεται, καὶ γίνονται γι αὐτὸν εὔκολα τὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ ἀποσώζει ὁλόκληρη τὴν ἀγάπη του πρὸς Ἐκεῖνον.

Ἁγίου Μακαρίου, Πνευματικὲς Ὁμιλίες, Ε.6