ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΣΤΑΣΗ
Ρεμβασμοί της Αναστάσιμης Νύχτας
Tη νύχτα της Αναστάσεως, πριν το Χριστός Ανέστη, διαβάσαμε έξω από τους ναούς την πιο λιτή, σχεδόν ατελή, αφήγηση του ευαγγελιστή Μάρκου, ο οποίος έγραψε το πρώτο από τα ευαγγέλια τρεις δεκαετίες περίπου μετά τα γεγονότα της θείας οικονομίας. Τρεις γυναίκες, μυροφόρες, μια εκ των οποίων μάλλον η μητέρα του Ιησού, αναχωρούν με σπουδή από τον τάφο του Ιησού, φυλάσσοντας στην καρδιά τους το μήνυμα του Αγγέλου, «ηγέρθη ουκ έστιν ώδε». Ομως, παρά την προτροπή του, δεν λένε τίποτα σε κανέναν. Τους έχει κυριεύσει «τρόμος και έκστασις». Έτσι απότομα τελειώνει το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Με τρόμο, έκσταση και τη σιωπή των έκθαμβων γυναικών.
Τρόμος, ως δέος, γιατί μόλις είχαν κάνει απροσδόκητο άλμα στο άγνωστο, και στην πύλη του ετέρου κόσμου είχαν δεχθεί λόγο που υπερέβαινε τους θεσμούς της φύσεως και ανέτρεπε την ιστορία ολόκληρη. Μαζί τους άδει σήμερα ο Νίκος Γκάτσος: Σήμερα ο άδης ηνεώχθη, γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς, και στου θανάτου εσύ την όχθη άφατο δρόμο ακολουθάς.
Έκσταση, ως ανατριχίλα υπαρξιακή και λησμοσύνη του εαυτού, γιατί απρόσμενα και αιφνίδια η όχθη του θανάτου έγινε μεθόριο του απτού και του ανέγγιστου, όπου τα ίχνη του νεκρού κι αναστημένου ανοίγουν έναν άφατο δρόμο, εισάγουν μιαν άλλη συνθήκη ύπαρξης.
Σιωπή, όχι μόνο γιατί η ανατρεπτική πληροφορία χρειάζεται επεξεργασία λογική, αλλά και γιατί βρίσκεται στό σύνορο του ρητού και του άρρητου, όπου δεν ξέρεις τί και πώς να ειπωθεί. Μαζί τους ο Ιωάννης Δαμασκηνός αρθρώνει τα ανείπωτα: Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια.
Αναρωτιέσαι αν σήμερα ο κόσμος μπορεί να παραδοθεί στον ίδιο τρόμο, στην ίδια έκσταση, την ίδια σιωπή.
Ο κόσμος μας ζει τον τρόμο όχι της ανάστασης αλλά του θανάτου. Και ζει την έκσταση όχι της θέας του Θεού, αλλά της θέας του εγώ. Το οποίο τελικά γίνεται ο τάφος μας. Το υπερέχον εγώ που εξίσταται της φύσεως και της κοινωνίας του «εμείς», το εύθραυστο εγώ που με φαντασιώσεις μεγαλείου εκτοξεύεται στο άπειρο, για να γίνει μύρια κομμάτια, σαν το παλαιό εκείνο challenger που ανατινάχθηκε φαντασμαγορικά ως ιπτάμενη Βαβέλ, με τα συντρίμμια του να χορεύουν αλύτρωτα στο διάστημα. Το διάστημα έγινε τάφος. Έτσι, αλύτρωτος υπαρξιακά, στον τάφο της πνευματικής ανέχειας και της ψυχικής μικρότητας, της ματαιοδοξίας και της απληστίας, της επίπλαστης χαράς και των κάθε λογής εξαρτήσεων και ψευδαισθήσεων ο σημερινός άνθρωπος, ενοχικός και αγριεμένος, δίχως πένθος, δίχως χαρά, σκιαμαχεί με τον έσχατο εχθρό του, τον θάνατο, ωστόσο με μια βαθειά, συχνά ανομολόγητη ελπίδα μέσα του.
Η ελπίδα αυτή σαν να αναζωπυρώνεται με τα πενθικά άνθη κάθε Μεγάλης Εβδομάδας. Τα Πάθη τα σεπτά ανοίγουν όλο το φάσμα του ανθρώπινου δράματος, με πρωταγωνιστή τώρα τον ίδιο τον Θεό ως άνθρωπο, και κορυφαίους του χορού μεγάλους ποιητές. Κόπος, θλίψη, αγωνία, προδοσία, αδικία, μαρτύριο, θάνατος, ταφή – ίδε ο άνθρωπος στο πρόσωπο του θεανθρώπου. Το τέλος, όμως, κάθε άλλο παρά τραγικό είναι. Είναι η νίκη του θαμμένου και ζωηφόρου Σώματος κατά του έσχατου εχθρού, η νίκη της αγάπης κατά των φθοροποιών δυνάμεων, η μόνη νίκη που εχει νόημα, γιατί δεν ανέχεται ηττημένους.
Ίσως γι’ αυτό, μέσα στων καιρών την ανημποριά, πιστοί και άπιστοι, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, σπεύδουμε να ακούσουμε το Χριστός Ανέστη, «με κόκκινο αυγό στην τσέπη μας, χρυσό κερί στο χέρι,» όπως λέει ο Κ. Βάρναλης, και να ζήσουμε ξανά την προσδοκία: ότι η ταφόπλακα της ζωής, της δικαιοσύνης, του καλού και του κάλλους δεν είναι η τελευταία πραξη του δράματος, γιατί ο παθών, νεκρός και ξένος, ο έγγιστος της καρδιάς μας, είναι «ο την γην ζωγραφίσας τοις άνθεσι».
Κάθε τέτοια νύχτα δεν εγείρεται απλώς το θρησκευτικό συναίσθημα, που μπορεί και να παραμυθιάζει. Εγείρεται ο βαθύτερος εαυτός – ψυχή, σώμα, αισθήσεις – που επιζητά να παραδοθεί στο φως. Και όλη η Εκκλησία κάθε τέτοια νύχτα βγαίνει έξω από τους ναούς, να αναγγείλει στην οικουμένη αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη ο κόσμος χωρίς να το γνωρίζει. Ότι υπάρχει ένας άλλος άφατος δρόμος, κι αυτός δεν είναι ο δρόμος της επιτυχίας και της επίτευξης στόχων. Είναι ο δρόμος της ζωής που οδηγεί στην Ανάσταση, η «ζωή προς Ανάστασιν», όπως θα έλεγε ο Paul Ricoeur, όπου μπορούμε να έχουμε επίγνωση πως έχουμε συγχωρηθεί και αγαπηθεί, άνευ όρων, από τον Θεό. Τότε μόνο ο κάθε λογής τάφος γίνεται ουρανός.
Αρχιμ. Χρυσόστομος,
Καθηγούμενος Ι. Μονής Φανερωμένης Νάξου