Ο ΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΑΣ

Ο ΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΑΣ

“Κάνε πιο πέρα, άνθρωπέ μου.” Αυτή την παρατήρηση δέχθηκε πιστός, όταν έκανε το λάθος να πλησιάσει κάποιον άλλον πιστό σε μεγάλο ναό των Αθηνών, και ενώ φορούσε προστατευτική μάσκα.

Ασήμαντο φαίνεται, θα έλεγε κάποιος, άλλωστε κατά πάντα θεμιτό και σύμφωνο με τους υγειονομικούς κανονισμούς. Η στάση αυτή, όμως, υποδηλώνει κάτι πέρα από τη δέουσα συμμόρφωση στα εκάστοτε μέτρα προστασίας. Ότι και μέσα στην εκκλησία για πολλούς ανθρώπους ο φόβος δεν είναι απλώς ένα φυσικό ένστικτο αλλά το απόλυτα κυρίαρχο και γενικευμένο βίωμα. Ίσως υποδηλώνει και κάτι περισσότερο. Ότι η υπέρτατη και αδιαπραγμάτευτη αξία πολλών, εκκλησιαζομένων ωστόσο, είναι η επιμήκυνση της βιολογικής ύπαρξης.

Για την υπέρτατη αξία, λοιπόν, δίνει κάποιος τα πάντα, όπως παλαιά το πλοίο που κινδύνευε ζητούσε από τους επιβάτες να πετάξουν όλες τις αποσκευές στη θάλασσα. Εδώ όμως δεν πρόκειται για υλικές αποσκευές. Σωστά έχει λεχθεί από σύγχρονο φιλόσοφο ότι “είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε στο όνομα της επιβίωσης όλα όσα κάνουν τη ζωή άξια να βιωθεί”. Κάθε ανθρώπινη χαρά, κάθε αξία και αξιοπρέπεια, κάθε αρετή, ακόμη και στοιχειώδεις ελευθερίες περιστέλλονται δραστικά, και ίσως στο μέλλον αρθούν οριστικά μπροστά στο φόβητρο του θανάτου. Έτσι, πετιέται στη θάλασσα η πίστη και η αγάπη (για την ευγένεια δεν συζητάμε), ενώ η ελπίδα αφορά μόνο στην επιβίωση ή, ακριβέστερα, στη βιολογική παράταση βασικών λειτουργιών του σώματος.

Μοναδικό σημείο εστίασης είναι ο ιός, αυτός είναι ο μοναδικός διάολος, και κατ’ επέκταση ο όποιος φορέας του. Αντίστοιχα, μοναδικός σωτήρ και αρχηγός της ζωής το εμβόλιο. Το “μοναδικός” εδώ κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ο άλλος, ο δίδυμος αδελφός μου, δεν είναι απλά ενοχλητικός, είναι επικίνδυνος, δυνητική απειλή για τη ζωή μου, φορέας και αιτία του θανάτου μου, και έχω κάθε δικαίωμα να απαιτήσω τον περιορισμό του, ακόμη και την εξόντωσή του για το κοινό καλό (εννοώντας βέβαια το δικό μου καλό).

Και ο θυμός γίνεται αμοιβαίος. Η καλλιεργούμενη εχθρότητα οχυρώνει τις ομάδες και αποπροσωποποιεί τα μέλη τους. Έστι, για παράδειγμα, στη σύναξη της εκκλησίας, όπως και εκτός αυτής, δεν βλέπουμε πια πρόσωπα, ει μη μόνο ανεμβολίαστους ψεκασμένους και εμβολιασμένους προδότες, μασκοφόρους απίστους και αρνητές συνωμοσιολόγους.

Έτσι προκύπτει και μάλιστα ενθαρρύνεται ο διχασμός. Η διχοτόμηση σε “εμείς” και “αυτοί” είναι τελεσφόρος για τις εξουσίες που ζητούν να αποπροσανατολίσουν τον κοινό νου δημιουργώντας κοινωνικές ομάδες και στρέφοντας τη μία κατά της άλλης. Η διάκριση σε κακούς απειλούντας και σε καλούς απειλουμένους γίνεται πρώτιστο μέλημα και καλό εργαλείο.

Κι όμως, οφείλουμε κάτι στην ελαύνουσα επιδημία. Αποκάλυψε μεταξύ άλλων κάτι που μέχρι τώρα επιμελώς κρύβαμε: το έλλειμμα της πίστης και της αγάπης μας. Το ιικό φορτίο φανέρωσε την αβάσταχτη ελαφρότητα της ζωής μας, τη βασανιστική μας κοινωνικότητα, την απουσία υπαρξιακής σκέψης. Ανέδειξε τον φόβο διευθυντή και ενορχηστρωτή της ζωής μας και περιεχόμενο της καρδιάς μας. Συνέβαλε έτσι στο να γνωρίσουμε την πνευματική μας ασθένεια. Είδαμε ότι ο τρόμος μας μπροστά στον μικρό ή μεγάλο κίνδυνο καταπνίγει κάθε ευγενές αίσθημα. Είδαμε πως οτιδήποτε μας υπενθυμίζει την πραγματικότητα και αμεσότητα του θανάτου μάς κάνει έξαλλους. Ταυτόχρονα, ο ιός έφερε στο προσκήνιο το μεγάλο ερώτημα: τί είναι η αληθινή ζωή; Και, τέλος πάντων, τί προσδόκιμο ζωής έχει ένα σώμα που δεν ζει αληθινά ως άνθρωπος μαζί με ανθρώπους, ένα σώμα που στερείται ψυχικού και πνευματικού οξυγόνου.

Τα παραπάνω όμως ισχύουν για τους αληθινά σκεπτόμενους. Διότι ο τρόμος τείνει να συσκοτίζει κάθε απόπειρα σκέψης και μαζί της κάθε συνειδητοποίηση.

Ίσως θα έπρεπε να δοκιμάσουμε τη μέθοδο που μεταξύ άλλων χρησιμοποιεί η ψυχοθεραπεία στις περιπτώσεις αγχωτικών διαταραχών και φοβίας: την ανάλυση κέρδους/ζημίας από τις υιοθετημένες συμπεριφορές που τείνουν να γίνουν στάση και τρόπος ζωής. Να καταγράψουμε σε μια λίστα την ωφέλεια από την εμμονική προφύλαξη και δίπλα το κόστος που έχει για την ποιότητα της ζωής μας. Πόσο οι σκέψεις, συμπεριφορές και τακτικές μας συμβάλλουν σε μια ζωή εύφορη και δημιουργική και, αντίστοιχα, πόσο χαλκεύουν μια ζωή γυμνή και βουβή, χρωματισμένη από την κατάθλιψη, όπου ούτε η χαρά ούτε καν η λύπη έχουν θέση; Μήπως πρέπει να εκτιμήσουμε βαθύτερα την ποιότητα και πληρότητα της ύπαρξής  μας, ὅταν μπαίνουμε στην εκκλησία (ή αρνούμεθα να πάμε) υπό το μόνιμο καθεστώς του φόβου;  Ή, άντίθετα, ὅταν μπαίνουμε στην εκκλησία με την αλαζονεία εκείνου ποὺ ξεπερνά σε αρετή και τόλμη τους συμβιβασμένους;

Όλα έχουν τη θέση τους στη ζωή μας. Και οι μάσκες και τα εμβόλια και οι επιφυλάξεις και ο φόβος. Ο Θεός όμως εις ενότητα πάντας εκάλεσε. Κι αυτό είναι το κυριότερο, η ενότητα της πίστεως και της αγάπης, ακόμη κι αν διαφωνούμε μεταξύ μας σε τούτο ή σ’ εκείνο.

Αν τα τοποθετούμε όλα στη σωστή τους θέση και προοπτική και προτεραιότητα, τότε, και λάθος αρχικἀ να κάνουμε, η χάρις του Θεού θα μας αγκαλιάσει, θα μας φωτίσει και θα οικονομήσει τη σωτηρία μας. Αν όμως πέφτουμε θύματα του εγωισμού − είτε στη φοβική είτε στην αλαζονική μορφή του −, και των μονομανιών που παράγει, τότε η πλάνη θα είναι μεγαλύτερη και θα υπερκαλύψει το μικρό ή μεγάλο δίκιο μας.

Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος
Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Φανερωμένης Νάξου

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ

Κύριε δωσ’ μου σύνεση, Κύριε, δωσ’ μου γνώση,

Κύριε, να πράττω δίδαξε κι εγώ τις εντολές σου.

Κι αν ως θνητός αμάρτησα πιό από θνητό, το ξέρεις,

μα εσύ με την απέραντη ευσπλαχνία σου, θεέ μου,

μου ’δειξες οίκτο του φτωχού καί του ορφανού στον κόσμο

και, Δέσποτα, εσύ μου έκανες ό,τι γνωρίζεις μόνος·

από πατέρα κι αδελφούς και συγγενείς και φίλους

απ’ τη γενέθλιά μου γη, το πατρικό μου σπίτι,

σαν από ζοφερή Αίγυπτο κι απ’ τους μοιχούς του άδη 

– τον ταπεινό το δούλο σου τέτοια μ’ έχεις διδάξει

για όλα αυτά να σκέφτομαι και να μιλώ με γνώση -,

εύσπλαχνε, μ’ αποχώρισες και μ’ έσυρες κοντά σου

και με το χέρι το φρικτό μ’ οδήγησες κρατώντας

σ’ αυτόν που ευδόκησες στη γη πατέρας μου να γίνει 

και μ’ έριξες στα πόδια του και μες στην αγκαλιά του.

Κι εκείνος στον Πατέρα σου μ’ οδήγησε, Χριστέ μου,

και σ’ ’Εσένα με το Πνεύμα, ώ Τριάδα, ώ θεέ μου,

ενώ έκλαιγα όπως ο άσωτος προσπέφτοντας σου, Λόγε,

καθώς εσύ δεν αγνοείς, αφού μ’ έχεις διδάξει

κι ανάξιο εσύ δε μ’ έκρινες να με καλέσεις γιό σου.

Ω ανάξιο τέλεια στόμα μου κι ώ ρυπαρά μου χείλη,

ώ λόγια γλώσσας φτωχικής ανάξιας να σ’ υμνήσει,

ευχαριστίες να σου πει γιά ευεργεσίες πλήθος,

όσες σ’ εμέ τον ορφανό έκανες και τον ξένο,

ξένος όπου ’μαι εδώ στη γη, κι όσοι δικοί σου ξένοι,

κι όσα δικά σου δε θωρούν μάτια κι όσα δικών σου

η γλώσσα δεν μπορεί να πει κι ο κόσμος να χωρέσει.

Για τούτο, Δέσποτα, λοιπόν οι ανθρώποι μας μισούνε,

μας διώχνουν, μας κατηγορούν, λυσσούν, φθονούν, σκοτώνουν,

κάνουν τά πάντα ενάντια χτυπώντας μας με τούτα.

Κι εμείς, καθώς ευδόκησες, οι ταπεινοί σου δούλοι,

ισχυροί στην ασθένεια, στη φτώχεια μας πλουτούμε,

χαρά έχομε τις θλίψεις μας, όντας έξω απ’ τόν κόσμο.

Μαζί σου, Κύριε, είμαστε’ εμείς, ο κόσμος έχει το σώμα.

Λοιπόν πλανιέται ο τυφλός πηλό μόνο κρατώντας,

που κέρδος του μήτε κι αυτός, αφού, όπως υποσχέθης,

στην έσχατη τη σάλπιγγα πνεύμα κι αυτόν θά δώσει

και τότε τις κακίες του μόνος αυτός θα θρέψει

μ’ όσους τα ίδια σκέφτονται, τυφλοί φίλοι του κόσμου.

 

Άγιος Συμεών, ο Νέος Θεολόγος (11ος αι.)

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Εκείνοι που αρνούνται να ακολουθήσουν τον Ιησού: ο νέος του Ευαγγελίου που έφυγε “περίλυπος … ἧν γὰρ πλούσιος σφόδρα” (Λουκ. 18,23). Τί συνέβη μ’ αυτόν τον νέο; Θα μας ήταν ευχάριστο να μαθαίναμε ότι αργότερα ξαναγύρισε στον Ιησού, δίνοντας τα πάντα. Αυτή η ελπίδα δικαιολογείται λίγο από το γεγονός ότι έφυγε “περίλυπος”. Όχι ερεθισμένος ή πικραμένος αλλά “περίλυπος”. Επομένως πονούσε, και ο πόνος έχει μέσα του γόνιμους σπόρους. Τουλάχιστον να πονούσα, όταν αρνούμαι…

“Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον…” (Λουκ. 18,22). Ο Κύριος υπήρξε αδιάλλακτος στις απαιτήσεις που είχε από τον νέο. Η καρδιά του Ιησού: λιωμένη και φλογερή σαν το αναλυτό χρυσάφι. Αλλά η θέλησή του: σκληρή σαν το διαμάντι. Στον Ιησού συναντάται όλη η γλυκύτης και απαλότης των λόφων της Γαλιλαίας με όλη την αυστηρότητα και την κοφτή γραμμή των φλογισμένων βουνών της Ιουδαίας.

Ο βοσκός στην αναζήτηση των προβάτων του. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ο Ιησούς για το πλησίασμα των ψυχών φαίνονται ανάγλυφες στο επεισόδιο με τη Σαμαρείτιδα. Ο Ιησούς πηγαίνει από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. “Ἔδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαμαρείας” (Ιωαν. 4,4). Δεν ήταν ο μόνος δρόμος που είχε δυνατότητα να χρησιμοποιήσει. Θα μπορούσε να ακολουθήσει την άλλη όχθη το Ιορδάνου. Αλλά “ἔδει”, έπρεπε δηλαδή να περάσει ο Χριστός από τη Συχάρ, για να συναντήσει τη Σαμαρείτιδα. Αυτά είναι τα “πρέπει” της χάριτος του Θεού, οι “περιποιήσεις” που κάνει ο Χριστός. Μήπως και η ζωή μου δεν είναι συνυφασμένη με τέτοιες περιποιήσεις;

Ο Ιησούς θέλει να συναντήσει τη Σαμαρείτιδα πλησίον του χωρίου, “ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ τῷ Υἱῷ αὐτοῦ” (Ιωαν. 4,5). Οι Σαμαρείτες είχαν μια ιδιαίτερη προσκόλληση σ’αυτούς τους δύο πατριάρχες. Ο Ιησούς ζητεί να συναντήσει τις ψυχές στο δικό τους έδαφος. Εκεί όπου κάθε ψυχή νιώθει σαν το σπίτι της.

Ο Ιησούς “ἠγάπα τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον” (Ιωαν. 11,5). Το Ευαγγέλιο δεν μας λέει ότι ο Ιησούς αγαπούσε “μαζικά” τα μέλη της οικογένειας του Λαζάρου. Αγαπούσε τον καθέναν από τους τρεις με μια ξεχωριστή αγάπη, με μιαν απόχρωση προσωπική, που δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί στους άλλους. Δεν πρόκειται φυσικά για μια διαφορά βαθμών αγάπης, αλλά γι’ αυτή την απόχρωση.

Ο Ιησούς ζητεί από τη Σαμαρείτιδα νερό. Αυτός ήταν σε θέση να χορηγήσει τα πάντα στη γυναίκα αυτή. Κι όμως δέχεται να υποχρεωθεί στη Σαμαρείτιδα. Στο ξεκίνημα της συζήτησής τους ο Ιησούς παίρνει μια θέση που τον ταπεινώνει. Με τον τρόπο αυτό ευκολότερα θα κυριαρχήσει. Η εξυπηρέτηση που ζήτησε με τόση ταπείνωση του ανοίγει την πόρτα.

Στο σπίτι ενός λεπρού, στο χωριό Βηθανία – που σημαίνει οίκος φτωχών – ο Ιησούς δέχεται την προσφορά του μύρου σαν χρίσμα βασιλικό από τα χέρια μιας γυναίκας. Αντίθεση της δόξης και της ταπεινώσεως –δύο πόλων της ζωής του Ιησού. Στη λεπρή ψυχή μου μπροστά στα πόδια του Ιησού, θα σπάσω κι εγώ το δοχείο με το μύρο μου –το γνήσιο μύρο της μετανοίας μου και της υποταγής μου.  

Ξαναγυρίζω με τη φαντασία στο φρέαρ του Ιακώβ, στη Σαμάρεια. Άραγε ο Ιησούς παρουσιάζεται εκεί διαφορετικός από ότι παρουσιάστηκε στη Βηθανία; Όχι. Εμφανίζεται ο ίδιος. Η ίδια ήρεμη αγάπη, το ίδιο μεγαλείο το γεμάτο απλότητα.

Ο Ιησούς κουρασμένος από την οδοιπορία καθίζει στα χείλη του πηγαδιού. Περιμένει τη Σαμαρείτιδα. Με περιμένει. “Ζητώντας με, κάθισες κουρασμένος…”, λέει εκφραστικά ένα παλαιό μεσαιωνικό κείμενο. Λυτρωτή μου, κουράστηκες στην αναζήτησή μου και κάθισες. Δε σε εμπόδισε το μεγάλο μάκρος του δρόμου ούτε οι ανωμαλίες της οδού. Και τώρα κάθεσαι εκεί που ξέρεις ότι θα περάσω. Γιατί λαχταράς να συναντήσω την κούρασή σου και ταυτόχρονα τη στοργή σου. Την κούραση που εκφράζει την τρυφερή σου αυτή στοργή για μένα.

Μοναχός της Εκκλησίας της Ανατολής (Lev Gillet), Ιησούς. Aτενίζοντας τον Σωτήρα.

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

Ο Όσιος Αλύπιος ο Κιονίτης γεννήθηκε στις αρχές 6ου αι. στην Αδριανούπολη της Παφλαγονίας. Ονομάστηκε Κ ι ο ν ί τ η ς, δηλαδή Στυλίτης,  γιατί έμεινε για διάστημα εξήντα επτά χρόνων πάνω σε ένα κίονα στην έρημο, με προσευχή και σκληρή άσκηση.

 Νεαρός ακόμη, ο μέγας Αλύπιος, έχοντας την καρδιά πυρωμένη από την αγάπη στον Θεό, προβληματιζόταν τί να κάνει στην παρούσα ζωή, για να κατορθώσει την ολοκληρωτική και παντοτινή συμβίωσή του με Αυτόν που ποθούσε, την ολοκάθαρη θεωρία Εκείνου με όλο του το νου και τη γνήσια ένωση μαζί Του. Αποφάσισε λοιπόν ν’ απαρνηθεί τα πάντα και να φύγει, φυσικά μακριά από φίλους , συγγενείς, γνωστούς, κι από την ίδια του την μητέρα, διαλέγοντας τον αγαθό δρόμο της ησυχαστικής ζωής. Την απόφαση αυτήν εμπιστεύθηκε μόνο στην μητέρα του.

—Μάνα, της είπε, με κυρίεψε πόθος φλογερός να πάω κατά την ανατολή, όπου πολλοί έζησαν θεάρεστα και μακάρια, διαλέγοντας τον ησυχαστικό βίο. Κατευόδωσέ με λοιπόν σ’ αυτό το δρόμο και δώσε μου τις ευχές σου σαν φυλαχτό.

Σαν άκουσε εκείνη αυτά τα λόγια, δεν έπαθε τίποτε απ’ όσα παθαίνουν οι γυναίκες, όταν ακούνε παρόμοιες αποφάσεις των παιδιών τους. Δεν προέβαλε σαν εμπόδιο τη χηρεία της ούτε την μοναξιά της. Δεν είπε πως είναι πράγμα ασήκωτο για τις μανάδες να χάνουν ένα γιό τόσο καλό, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο. Δεν προσπάθησε να ματαιώσει την πρόθεση του αγαπημένου της παιδιού. Ποθούσε, βλέπετε, πραγματικά το συμφέρον του γιού της πιο πολύ από το δικό της. Αντίθετα, σήκωσε τα μάτια, άπλωσε τα χέρια και συγκέντρωσε όλη της τη σκέψη σε προσευχή. Ύστερα είπε:

—Πήγαινε, παιδί μου. Πήγαινε εκεί πού σε οδηγεί η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Να, ο Θεός, που σ’ Αυτόν μέσα  ζούμε και σ’ Αυτόν σε παραδίδω , θα στείλει τον άγγελό Του  μπροστά σου, για να σε οδηγήσει όπου είναι το θέλημα Του.  Άμποτε να σου στείλει βοήθεια από το άγιο κατοικητήριο Του και από την ουράνια Σιών να σε προστατεύει. Να σου φορέσει σαν θώρακα την δικαιοσύνη και να σου βάλει την περικεφαλαία της σωτηρίας. Σαν ήλιος του μεσημεριού να λάμψη η αρετή στα έργα σου, που χάρη σ’ αυτά αγάπησες τον Δεσπότη Χριστό περισσότερο από γονείς και από πατρίδα.

 Έτσι, βάζοντας την αρετή πιο πάνω από τη μητρική φύση, δεν προσπάθησε να κάνει ή να πει τίποτε ανάξιο της.

Έπειτα, μετά την ευχή , ο γιός τυλίχθηκε στο λαιμό της μάνας κι η μάνα αγκάλιασε με λαχτάρα το γιό, και βρέχονταν και οι δυό τους με θερμά δάκρυα. Και αφού καταφιλήθηκαν, χωρίστηκαν. Η μάνα κίνησε για το σπίτι, και ο γιός πήρε το δρόμο που ποθούσε.   

 Ποθώντας την τελειότητα ανέβηκε στην κορυφή ενός στύλου. Στη βάση του στύλου του, με την προσέλευση πολλών μαθητών, δημιουργήθηκαν δύο μοναστήρια, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο, τα οποία ο όσιος καθοδηγούσε πνευματικά. Αλλά και η ίδια η μητέρα αργότερα εγκαταστάθηκε κάτω από τον κίονα, και έλαβε από τον γιό της το αγγελικό Σχήμα.

Ἀπό το Συναξάρι του Αγίου    

ΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΚΕΦΑΛΙ

ΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΚΕΦΑΛΙ

Ὅ,τι ἀγαπᾶ κάποιος ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, αὐτὸ καταβαραίνει τὸν νοῦ του καὶ τὸν δεσμεύει καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ σηκώσει κεφάλι.

Σὲ αὐτὸν τὸ σταθμὸ καὶ τὴ ροπὴ καὶ τὸ ζύγι τῆς κακίας δοκιμάζεται ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, Χριστιανοὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν βουνῶν, τῶν μονῶν, τῶν ἀγρῶν ἢ τῶν ἐρήμων, ὅτι δελεαζόμενος ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ δικό του προσωπικὸ θέλημα, ἀγαπᾶ κάποιο πράγμα ἤ πάθος, καὶ δένεται σὲ αὐτὸ ἡ ἀγάπη του, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν προσφέρεται ὅλη στὸν Θεό.

Ἄλλος ἀγάπησε κτήματα,
ἄλλος χρυσὸ ἢ ἄργυρο,
ἄλλος τὴν κοιλιά του ἤ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες,
ἄλλος τὴν κοσμικὴ σοφία γιὰ τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων,
ἄλλος ἐξουσία, δόξα καὶ τιμές,
ἄλλος ὀργὴ καὶ μῆνιν,
ἄλλος ἄκαιρες συντυχίες,
ἄλλος ζῆλο,
ἄλλος νὰ μετεωρίζεται ἡδονικὰ ὅλη μέρα,
ἄλλος νὰ ἀπατᾶται ἀπὸ ἀργόσχολους λογισμούς,
ἄλλος νὰ παριστάνει τὸ νομοδιδάσκαλο γιὰ ἀνθρώπινη δόξα,
ἄλλος νὰ εὐχαριστιέται στὴ χαύνωση καὶ στὴν ἀμέλεια,
ἄλλος νὰ εἶναι προσκολλημένος στὰ ὄμορφα ροῦχα,
ἄλλος παραδίδεται στὶς γήινες μέριμνες,
ἄλλος ἀγαπᾶ τὸν ὕπνο, τὴν εὐτραπελία ἤ τὴν αἰσχρολογία.

Ὅποιο πάθος του δὲν πολεμᾶ γενναῖα κάποιος, ἐκεῖνο ἀγαπᾶ, καὶ ἐκεῖνο τὸ πάθος τὸν δεσμεύει καὶ τὸν βαραίνει καὶ γίνεται γι αὐτὸν ἐμπόδιο καὶ ἁλυσίδα, ὥστε ὁ νοῦς του νὰ μὴν ἀνεβαίνει στὸν Θεό.

Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀληθινὰ ἔχει τὴν ὁρμή της πρὸς τὸν Θεό, ὁλόκληρη τὴν ἀγάπη της ἕλκει πρὸς Αὐτόν, καὶ δεσμεύεται ἐλεύθερα, κατὰ τὴν δύναμή της, ἀπὸ Ἐκεῖνον, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ δέχεται τὴν βοήθεια τῆς χάριτος, καὶ ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό της καὶ δὲν ἀκολουθεῖ τὰ θελήματα τοῦ νοῦ της, ἀλλὰ ὁλοκληρωτικὰ προσφέρεται στὸν λόγο τοῦ Κυρίου. Ἐὰν κάποιος ἀγαπᾶ τὸν Κύριο καὶ τὶς ἐντολές του, ἀπὸ ἐκεῖ βοηθᾶται καὶ ἀπελευθερώνεται, καὶ γίνονται γι αὐτὸν εὔκολα τὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ ἀποσώζει ὁλόκληρη τὴν ἀγάπη του πρὸς Ἐκεῖνον.

Ἁγίου Μακαρίου, Πνευματικὲς Ὁμιλίες, Ε.6

ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΤΙΚΟ

ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΤΙΚΟ

Αν οι μάρτυρες της Αγάπης βαφτίσθηκαν στο αίμα, ισχύει άραγε και το αντίστροφο, ότι όποιος δίνει το αίμα του είναι μάρτυς της Αγάπης; Αν οι ομολογητές της πίστεως διώχθηκαν, εξυπακούεται ότι όποιος απομακρύνεται από τη θέση ή τον τόπο του είναι ομολογητής της πίστεως; Αν οι Πατέρες της Εκκλησίας ύψωσαν σε περιστάσεις φωνή και ανάστημα, σημαίνει πως όποιος τα λέει “χύμα και τσουβαλάτα” είναι μορφή πατερική; Αν οι διά Χριστόν σαλοί υποκρίνονται σαλότητα, άραγε όποιος πουλάει τρέλα είναι διά Χριστόν σαλός; Αν οι άγιοι κάνουν θαύματα, σημαίνει ότι κάθε θαυματοποιός είναι άγιος; Αν πολλές φορές ο ένας στάθηκε απέναντι στους πολλούς σώζοντας την αλήθεια, σημαίνει ότι η αλήθεια σώζεται πάντοτε από τον ένα και οι απέναντί του έχουν πάντα λάθος; Εν τέλει, εάν το αυγό έχει κέλυφος, κάθε κέλυφος κρύβει ένα κρόκο-κεχριμπάρι; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε βρισκόμαστε σε λογική πλάνη.

Δυστυχώς στην πράξη η λογική αυτή πλάνη είναι διαδεδομένη, και εξυπηρετεί ιδιαιτέρως τους ανώριμους ήρωες και τους αυτοχειροτόνητους αγίους. Τα πάντα κρίνονται κατ’ όψιν και παρουσιάζονται με τα εξωτερικά τους στοιχεία κι όχι με την εσωτερική τους μαρτυρία. Κι όχι απλώς με τα εξωτερικά στοιχεία, αλλά από τη γωνία που κάθε φορά είναι περισσότερο βολική, και πάντα με την καθιερωμένη μέθοδο της απομόνωσης και απολυτοποίησης. Δεν είναι ζήτημα βλακείας (ή μόνο βλακείας) αλλά θέμα παιδείας και πολιτισμού, όπου το υποκείμενο και το εύθραυστο εγώ του υπερυψώνονται στα νέφη. Το υποκείμενο αυτό χτίζεται αγχωδώς και εναγωνίως, τόσο για να προστατεύσει το φαντασιακό εγώ, όσο και να προβάλλει προς τα έξω μια ελκυστική επιφάνεια, που δεν έχει σημασία αν έχει ή δεν έχει εσωτερικό αντίκρισμα, διότι η εικόνα δεν μοιάζει πια, δεν παραπέμπει στο πρωτότυπο. Οι αρχαίοι Λατίνοι είπαν πως ό,τι γυαλίζει δεν είναι χρυσός, και ο Σαίξπηρ έγραψε, “το όμορφο απατηλό και το απατηλό όμορφο, αιωρείται στην ομίχλη και στο μολυσμένο αέρα”. Έβλεπαν το ψέμα σαν χαμαιλέοντα, να διεκδικεί ψυχές και να υπονομεύει κοινωνίες.

Ενώ όμως τότε το καύσιμο της μηχανής του ψέματος ήταν η υποκρισία, σήμερα είναι κάτι ισχυρότερο και χειρότερο. Είναι η πλάνη· όχι απλώς με την έννοια του λογικού σφάλματος, όχι απλώς σαν μια σαθρή πρόταση, αλλά ως ρήγμα στην ίδια την προσωπικότητα, ως αποπροσανατολισμός όλων των ψυχικών δυνάμεων, αφού, στην πνευματική της διάσταση, η πλάνη είναι παιδί της εσφαλμένης σκέψης και του αφανέστερου πάθους: της υπερηφάνειας. Πρώτος σε τούτο τον αλλόκοτο χορό ο νους, περιφέρεται σε γη άνυδρη και άκαρπη, ερωτοτροπώντας με τα είδωλα των αντικατοπτρισμών. Και λίγο λίγο, χρόνο με τον χρόνο, η πλάνη, το ψέμα και τα παράγωγά τους γίνονται η απόλυτη προφάνεια. Έτσι και μια καμουφλαρισμένη αρμαθιά παθών μεταμορφώνεται σε αρετή, και οι ομολογίες πίστεως γίνονται καταφύγιο της πιο βαθειάς απιστίας. Απωθημένα πάθη, κρυμμένη απιστία (κι ανομολόγητες απιστίες), κι ο άνθρωπος μάχεται και σπαράσσεται χωρίς να ξέρει ή να θέλει να μάθει το γιατί. Κλεισμένος στο εγώ του, εγκλωβισμένος σε όσα κάθε φορά καρφώνονται στο ταλαιπωρημένο μυαλό του, οσμίζεται απειλή ακόμη και στο έντομο που θα διασχίσει τον αέρα που αναπνέει.

Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι εκείνο που έχουμε ανάγκη σήμερα είναι η γνώση της δικής μας προσωπικής αλήθειας, η γνώση του εαυτού μας. Γιατί ένα μέρος του εαυτού μας ξεγλιστρά, κρύβεται, μασκαρεύεται, δίνει λάθος χρησμούς, θέτει παραπλανητικούς στόχους, στέλνει ψεύτικους συναγερμούς. Όταν δεν καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτε άλλο, μήτε πρόσωπο μήτε γραφή μήτε σημάδι. Ακόμη κι αν νομίζουμε ότι συζητάμε, οι λέξεις δεν ανταμώνουν, ο νους και η καρδιά αδυνατούν να συναντήσουν, μένει μόνο το υπερφίαλο κάστρο του εαυτού, που επιστρατεύει αμυντικούς μηχανισμούς. Κείμενα, λέξεις, πρόσωπα, πράξεις, γη και ουρανός, όλα βίαια χωνεύονται στο ίδιο εκμαγείο, όλα ρίχνονται στην ίδια χύτρα, ομογενοποιούνται και μεταποιούνται από τον αλχημιστή—μόνο που ο αλχημιστής κερνιέται και μας κερνά αντιμόνιο στο κρασί!

Τί είναι κάθε φορά αληθινό και τί ψεύτικο; Τί γνήσιο και τί κίβδηλο; Τί πραγματικό και τί εικονικό; Οι Πατέρες γνωρίζουν ότι δεν είναι εύκολη η απάντηση. Γι’ αυτό και επιμένουν ότι μείζων των αρετών η διάκρισις. Δεν θα τη βρούμε, δεν θα μπορέσουμε να δούμε καθαρά τα πράγματα, αν πρώτα δεν στραφούμε μέσα μας με ταπείνωση και ειλικρίνεια, αν δεν παρακαλέσουμε τον λύχνο Χριστό να ανάψει, κι εμείς τότε να αποκτήσουμε αληθινά μάτια, να σαρώσουμε την ψυχή μας και να βρούμε τα χαμένα, να δούμε τα κρυμμένα λάθη και πάθη, αλλά και τα πιο κρυφά μυστήρια.

Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος
Ιερά Μονή Φανερωμένης